Υποτίθεται ότι η αστυνομία ως θεσμός είναι ο οργανισμός εκείνος που σε μία υγιή κοινωνία προστατεύει τους πολίτες από τους κινδύνους που τους απειλούν. Υποτίθεται, επίσης, ότι η δράση της είναι τόσο προληπτική – πρόληψη του προβλήματος-κινδύνου – όσο και θεραπευτική – διόρθωση ή εξάλειψη του προβλήματος στην περίπτωση που αυτό εκδηλωθεί. Το βέβαια είναι, πάντως, ότι ο ρόλος της δεν είναι να αποτελεί η ίδια τον κίνδυνο που απειλεί τους πολίτες.
Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου, όλοι, νομίζω, καταλάβαμε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Συνειδητοποιήσαμε ότι η ΕΛΑΣ είναι ο κίνδυνος. Επιβεβαιώθηκε και ενισχύθηκε αυτή η σκέψη μετά τα πρόσφατα γεγονότα με τη βεβήλωση του Κορανίου.
Και πάλι βρέθηκε ο ηλίθιος, εξαιτίας του οποίου απειλείται η ειρήνη της κοινωνίας. Ο χαρακτηρισμός δεν είναι τυχαίος: πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς έναν άνθρωπο που είναι τόσο απαίδευτος, ώστε να βεβηλώσει ένα θρησκευτικό σύμβολο, βεβηλώνοντας έτσι βάναυσα την προσωπικότητα και τα πιστεύω του κατόχου του; Τι ήθελε να αποδείξει με αυτή του την πράξη; Τον ανδρισμό του; Τη θέση ισχύος του; Τι;
Αλλά τι να περιμένει κανείς από ένα προϊόν μιας πολιτείας μισαλλόδοξης, γεμάτης φοβίες για το διαφορετικό; Τι να περιμένει κανείς από έναν άνθρωπο που όλη του τη ζωή εκπαιδευόταν να πιστεύει ότι αλήθεια είναι μόνο η δική του αλήθεια και ότι είναι επιλεγμένος από τον Θεό (του) ως ανώτερος των “άλλων”; Τι να περιμένει κανείς από ένα κράτος που θέλει τους μετανάστες δούλους;
Η κατάσταση, όμως, δυσχεραίνει… Γίνεται άκρως επικίνδυνη. Η οργή συσσωρεύεται. Η κοινωνία πρέπει να πάψει να κάνει τα στραβά μάτια. Με το να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε το πρόβλημα, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε. Δυστυχώς, η απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις είναι ένα ξερό τίποτα. Δεν πρέπει να περιμένουμε τίποτα από το κράτος. Πρέπει, όμως, να αναθεωρήσουμε τη δική μας στάση. Τι μπορούμε να περιμένουμε εμείς από τους ίδιους μας τους εαυτούς, λοιπόν;
Επιστροφή λοιπόν! Μετά από σχεδόν 3 μήνες αποφάσισα να ξαναγράψω στο βλογάκι μου, αν και σκέφτηκα πολλές φορές να το παρατήσω τελείως. Πολλές ώρες δουλειάς και ελάχιστες στιγμές ελεύθερου χρόνου με οδήγησαν στο να το βάλω σε δεύτερη μοίρα, ώσπου τελικά ξέχασα σχεδόν ότι υπήρχε!